Αἵμον'

Αἵμονα , Αἵμων
eager
masc acc sg
Αἵμονι , Αἵμων
eager
masc dat sg
Αἵμονε , Αἵμων
eager
masc nom/voc/acc dual

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Αἷμον — Αἵμων eager masc voc sg Αἷμος masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἷμον — αἵμων eager masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Haemon — In Greek mythology, Haemon ( bloody ) (or Haimon, Greek :Άιμον Haimon ) was the son of Creon and Eurydice.When Oedipus stepped down as King of Thebes, he gave the kingdom to his two sons, Eteocles and Polynices, who both agreed to alternate the… …   Wikipedia

  • Haemon — HAEMON, ŏnis, Gr. Αἵμον, ονος, (⇒ Tab. XIX.) Lykaons Sohn, von welchem, als ihrem Erbauer die Stadt Hämonia, in Arkadien, ihren Namen bekommen. Pausan. Arcad. c. 44. p. 527. Sieh Lycaon und auch Aemon …   Gründliches mythologisches Lexikon

  • HAEMUS — I. HAEMUS mons Thessaliam et Thraciam dividens, dictus ab Haemo, Boreae et Orithyiae fil. Huius vertice erat Martis domicilium. Claud. in Cons. Prob. et Olybr. Carm. 1. v. 120. Procubat borrendum Getico Gradivus in Haemo. Illa Statii proculdubio… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • LYGIUS — Thraciae fluv. Λύγινον ποταμὸν vocat Arrian. l. 1. Α᾿πέχει δέ οὖτος ἀπὸ τοῦ Ι῎ςτρου ὡς ἐπὶ τὸν Αἶμον ἰόντι, ςταθμοὺς τρεῖς. Idem …   Hofmann J. Lexicon universale

  • PYRRHAEA — quae et Pyrrha, Thessalia sic dicta, a Pyrrha Deucalionis uxore. Strabo ad calcem libri noni: Καθόλου δ᾿ ὅτι πρότερον ἐκαλεῖτο Πυῤῥία ἀπὸ τῆς Δευκαλίωνοςγυναικός. Rhianus, devariis Thes saliae appellationibus: Πυῤῥαν δή ποτε τήν γε παλαιότεροι… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • δυσδαίμων — δυσδαίμων, αιμον (Α) δυστυχής …   Dictionary of Greek

  • μα — (I) (AM μά) 1. μόριο, εισαγωγικό όρκου, το οποίο χρησιμοποιείται και σε περιπτώσεις έντονης διαμαρτυρίας και ακολουθείται από την αιτιατική τού ονόματος ή τού πράγματος που επικαλείται αυτός που ορκίζεται, και λαμβάνεται ως ομοτικό, δηλ.… …   Dictionary of Greek

  • υπερβολή — Είναι ο γεωμετρικός τόπος των σημείων ενός επιπέδου, τα οποία έχουν σταθερή διαφορά αποστάσεων από δύο δοθέντα σημεία του επιπέδου (εστίες). Η υ. είναι κωνική καμπύλη, προέρχεται, δηλαδή, από την τομή ενός επιπέδου με έναν κώνο και παριστάνεται… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.